Άγιος Γεώργιος

Sp Ãgios Geòrgijas Ap Άγιος Γεώργιος/Agios Georgios L s. Kikladų ss., mst. Kretoje, Š ir C Graikijoje

Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė.

Look at other dictionaries:

  • Άγιος Γεώργιος — I Ονομασία 49 οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 480 μ., 152 κάτ.) του νομού Ευρυτανίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Φραγκίστας. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 280 μ., 609 κάτ.) του νομού Καρδίτσης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μητρόπολης …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Γεώργιος Γλυκορρίζου — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 130 μ., 77 κάτ.) του νομού Άρτης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρταίων …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Γεώργιος Νηλείας — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 600 μ., 179 κάτ.), στην πρώην επαρχία Βόλου του νομού Μαγνησίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μηλέων …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Γεώργιος Ρίου — Βλ. λ. Ρίο …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Γεώργιος Συκούσης — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 360 μ., 778 κάτ.) της Χίου. Βρίσκεται στο εσωτερικό του νησιού, στα βορειοδυτικά της πόλης της Χίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Καμποχώρων …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Γεώργιος Φερών — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 120 μ., 939 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βόλου του νομού Μαγνησίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Φερών …   Dictionary of Greek

  • Ακαμάτης, Άγιος Γεώργιος — Ονομασία της χριστιανικής εκκλησίας στην οποία είχε μετατραπεί ο αρχαίος ναός του Ηφαίστου (Θησείο). Λεγόταν επίσης Ακάμας και αργότερα Ακάματος. Από διάφορες μαρτυρίες περιηγητών την εποχή της τουρκοκρατίας πληροφορούμαστε ότι λεγόταν Α. γιατί… …   Dictionary of Greek

  • άγιος — ία, ο (κ. άγιος, άγια, άγιο) 1) святой, священный (о Боге и ангелах): το Άγιο Πνεύμα Святой Дух, η Αγία Τριάδα Святая Троица, η Αγία Οικογένεια Святое Семейство; 2) святой, священной (то, что связано с Богом и служением Ему): η Αγία Τράπεζα Свят …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Γεώργιος — ο Георгий – 1) имя некоторых святых, патриархов, епископов Православной Церкви: Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος Святой Георгий Победоносец, великомученик: апрель 23 / 6 мая; 2) мужское имя Этим. < γεωργός «земледелец». Многие святые носили имя… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Γεώργιος — I (275 – 305 μ.Χ.). Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας, γνωστός ως Τροπαιοφόρος και Θαυματουργός. Πληροφορίες για τη ζωή του περιέχουν τα Συναξάρια. Γεννήθηκε από εύπορους χριστιανούς γονείς και διέθετε πολλά φυσικά και πνευματικά χαρίσματα.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.